Παρασκευή, 1 Μαρτίου, 2019

Ενας στους τρεις σε δουλειά κατώτερη των προσόντων του

s22_0103ekpaidefsi-apasxol-ergasia-ee-thumb-large

Ενας στους τρεις Ελληνες εργάζεται σε δουλειά κατώτερη των προσόντων του, κυρίως στο Δημόσιο, το εμπόριο, τα καταλύματα και την εστίαση, καλύπτοντας θέσεις εργασίας για τις οποίες απαιτούνται χαμηλότερου επιπέδου ικανότητες.

Μάλιστα, το Δημόσιο εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο ελκυστικούς εργοδότες, ακόμη και αν οι θέσεις που προσφέρει είναι χαμηλών προσόντων. Την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις εργασίας για τις οποίες απαιτούνται συγκεκριμένες δεξιότητες. Οι μεγαλύτερες ελλείψεις παρατηρούνται κυρίως σε τεχνικές και επαγγελματικές δεξιότητες.

Στο φαινόμενο της υπερεκπαίδευσης και παράλληλα της ανεπάρκειας μεταξύ των απαιτούμενων και των προσφερόμενων προσόντων στην αγορά εργασίας αναφέρεται στο Οικονομικό του Δελτίο ο ΣΕΒ, επισημαίνοντας ότι σημαντικοί πόροι επενδύονται για την παροχή υψηλών προσόντων στο ανθρώπινο δυναμικό, χωρίς όμως να αξιοποιούνται επαρκώς στην εγχώρια αγορά εργασίας.

Αρνητικές επιπτώσεις

Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εκτεταμένη υπερεκπαιδευμένη απασχόληση προκαλεί αρνητικές επιπτώσεις στους ίδιους τους εργαζομένους, στις επιχειρήσεις αλλά και στην οικονομία συνολικά.

Αλλωστε, η παραγωγικότητα της εργασίας τείνει να είναι χαμηλότερη σε αγορές εργασίας όπου δεν επιτυγχάνεται αποτελεσματική σύζευξη της ζήτησης με την προσφορά προσόντων. Και παράλληλα, η απασχόληση σε θέσεις εργασίας χαμηλότερων προσόντων αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους μετανάστευσης του ανθρώπινου δυναμικού υψηλών προσόντων.

Στην ελληνική αγορά εργασίας την περίοδο 2008-2017 το ποσοστό υπερεκπαιδευμένης απασχόλησης αυξήθηκε κατά 60,6%, με αποτέλεσμα περισσότεροι από τρεις στους δέκα απασχολουμένους με υψηλά προσόντα να καλύπτουν θέσεις εργασίας για τις οποίες απαιτούνται χαμηλότερου επιπέδου προσόντα.

Η αναντιστοιχία προσόντων οφείλεται σε δύο παράγοντες: πρώτον στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, κυρίως σε τομείς της οικονομίας που δεν είναι έντασης γνώσης και δεύτερον στην απουσία σύνδεσης μεταξύ των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το πρόβλημα της υπερεκπαιδευμένης απασχόλησης είναι εντονότερο σε τομείς όπως η δημόσια διοίκηση και το χονδρικό και λιανικό εμπόριο ή σε τομείς που παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες που δεν είναι έντασης γνώσης, όπως είναι η παροχή υπηρεσιών σε καταλύματα και δραστηριότητες του κλάδου εστίασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι έξι στους 10 εργαζόμενους στη δημόσια διοίκηση, άμυνα και κοινωνική ασφάλιση διαθέτουν υψηλότερου επιπέδου προσόντα από αυτά που απαιτούνται για την κάλυψη των θέσεων εργασίας τους, αποδεικνύοντας ότι ο δημόσιος τομέας εξακολουθεί να αποτελεί ελκυστικότερο εργοδότη για εργαζόμενους με υψηλού επιπέδου προσόντα, ακόμη και αν προσφέρει θέσεις χαμηλότερων απαιτήσεων.

Σχετικά υψηλό είναι και το ποσοστό υπερεκπαιδευμένης απασχόλησης (63%), σε δραστηριότητες φύλαξης, καθαρισμού κτιρίων και τηλεφωνικών κέντρων, καθώς και στους τομείς του εμπορίου και του επισιτισμού.

Αντίθετα, στον τομέα της μεταποίησης η υπερεκπαιδευμένη απασχόληση είναι λιγότερο διαδεδομένη και ιδιαίτερα σε κλάδους που είναι έντασης γνώσης, όπως η παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων και η κατασκευή ηλεκτρονικών προϊόντων και εξοπλισμού. Η ίδια εικόνα παρατηρείται και στον τομέα των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών.

Ταυτόχρονα και παρά τους σημαντικούς πόρους που διατίθενται για την κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού στην Ελλάδα, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν ανθρώπινο δυναμικό με τις κατάλληλες δεξιότητες.

Πηγή: Καθημερινή

Αφήστε το Σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *