Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου, 2019

Κυκλάδες – Δ. Αθανασούλης: «Το στοίχημα είναι να φέρεις τον τουρίστα της Μυκόνου στο μουσείο»

athanas1

Προτού καλά καλά προλάβει να πιει μια γουλιά από το δροσερό ξηρό, φρουτώδες Μοσχάτο Σάμου που μόλις μας έχουν σερβίρει, θυμίζω στον αρχαιολόγο και έφορο αρχαιοτήτων Κυκλάδων, Δημήτρη Αθανασούλη, πως τα τελευταία χρόνια οι αρχαιολόγοι έχουν κατηγορηθεί ότι «είναι προσκολλημένοι στο παρελθόν, καθηλωμένοι σε ένα δικό τους κόσμο, απρόθυμοι να δείξουν ευελιξία». Θέλω να ακούσω τη γνώμη του. Υπάρχει σ’ αυτές τις κατηγορίες δόση αλήθειας; Η πρόθεσή μου δεν είναι να του κόψω την όρεξη πάνω που καθίσαμε να γευματίσουμε, αλλά τη δεκαετία της κρίσης οι αρχαιολόγοι μπήκαν αρκετές φορές στο στόχαστρο. Πότε για την επένδυση στο Ελληνικό και πότε για αιτήματα που αφορούσαν φωτογραφίσεις οίκων μόδας και γυρίσματα ταινιών σε αρχαιολογικούς χώρους, τα οποία απέρριπτε το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ).

«Ο αρχαιολογικός κλάδος ανδρώθηκε τον 19ο αιώνα για να εφαρμόσει έναν πανίσχυρο αρχαιολογικό νόμο που είχε ως στόχο να συγκροτήσει την ταυτότητα του νεοελληνικού κράτους», απαντάει χωρίς περιστροφές – μάλλον περίμενε την ερώτηση. «Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένα θεσμικό πλαίσιο ευεργετικό για την προστασία των μνημείων, η εφαρμογή του οποίου μακροπρόθεσμα αποξένωσε τους αρχαιολόγους από την κοινωνία, τους έκανε αυτοαναφορικούς, καθώς δεν υπήρχε ανάγκη να εξηγήσουν στην κοινωνία τη δράση τους. Αλλά η αρχαιολογική έρευνα και κυρίως η προστασία των μνημείων, με τις αναστηλώσεις, τα μουσεία και τους περιορισμούς στην ιδιοκτησία έχει τεράστιο κόστος. Για το κράτος, την κοινωνία, τον ιδιώτη. Για να γίνει λοιπόν αποδεκτό αυτό το κόστος απ’ όλους σήμερα πρέπει να εξηγήσεις γιατί είναι κρίσιμα τα μνημεία. Με συντελεσμένο το αισιόδοξο εθνικό αφήγημα της νεωτερικότητας του 19ου αιώνα, η μετανεωτερική κοινωνία του 21ου αιώνα έχει νέα προτάγματα. Και σήμερα η αρχαιολογία για να υπάρξει οφείλει να ανταποκριθεί ώστε να καταστήσει τα μουσεία και τα μνημεία κοινωνικά ενεργά. Πρέπει, λοιπόν, ως αρχαιολόγος να εξηγώ διαρκώς πως ό,τι κάνω για την προστασία των μνημείων δεν είναι μόνο επειδή το λέει ο νόμος ή το κράτος, αλλά γιατί τελικά αυτό θα αποφέρει συγκεκριμένο υλικό και άυλο κέρδος στην κοινωνία».

Πόσο εύκολο, όμως, είναι να πειστούν κοινωνίες όπως αυτές της Μυκόνου και της Σαντορίνης που απολαμβάνουν τα οφέλη του τουρισμού; «Ηταν βασικός μου στόχος να χτίσω μια εμπιστοσύνη με τους Κυκλαδίτες, γιατί μπορεί να λειτουργούμε για την προστασία των μνημείων, αλλά για να επιτευχθεί αυτό η Υπηρεσία γίνεται και δυσάρεστη. Σκεφτείτε κάτι: Εναν τουρίστα που επισκέπτεται τη Μύκονο και κάνει βόλτα στον γιαλό. Αν δεν υπήρχαν οι αρχαιολόγοι δεν θα είχαν σωθεί η Χώρα κι ο γιαλός, θα είχαμε εκεί ένα αποκρουστικό λιμάνι όπως τα περισσότερα στην Ελλάδα. Διαχρονικά η Αρχαιολογική Υπηρεσία έσωσε ό,τι πολυτιμότερο σήμερα έχει και προβάλλει η χώρα. Γνωρίζω, όμως, ότι ακόμα κι αν κάποιος κατανοεί ότι όλα αυτά μακροπρόθεσμα είναι για το καλό του τόπου, βραχυπρόθεσμα, όταν πρόκειται για τη δική του ιδιοκτησία, δυσανασχετεί με τους όποιους περιορισμούς. Γι’ αυτό χρειάζεται σωστή ενημέρωση. Πρέπει όλοι να καταλάβουν ότι υπάρχει πρόβλημα. Και ότι αν δεν χαραχθεί μια στρατηγική με συμμετοχή όλων, ειδικά στη Σαντορίνη και στη Μύκονο, θα έχουμε μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις που θα υπονομεύσουν και την ανάπτυξή τους. Τώρα σε κεντρικό επίπεδο δεν έχω πρόταση για το τι πρέπει να γίνει, αλλά σίγουρα το θέμα επείγει, πρέπει να το βάλουμε στο τραπέζι και να συζητήσουμε πώς θα διασφαλίσουμε την ποιοτική τουριστική ανάπτυξη προστατεύοντας και το πολιτισμικό περιβάλλον, τον πόρο δηλαδή στον οποίο βασίζεται ο τουρισμός». Βέβαια, ενώ κάθε καλοκαίρι στη Μύκονο αποβιβάζονται εκατομμύρια επισκέπτες, απ’ αυτούς πολύ μικρό ποσοστό πηγαίνει στη Δήλο.

Η εύκολη δικαιολογία

«Ο τουρισμός της Μυκόνου είναι κυρίως party goers. Αλλά αυτό είναι και μια εύκολη δικαιολογία. Το στοίχημα είναι να τους προσελκύσεις να έλθουν στο μουσείο. Kαι γι’ αυτό χρειάζεται στοχευμένη εξωστρέφεια. Εκθέσεις λ.χ. όπως του Αντονι Γκρόμλεϊ που διοργανώσαμε στη Δήλο σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Οργανισμό Νέον. Ο Βρετανός καλλιτέχνης έδωσε μια άλλη ερμηνεία στον αρχαιολογικό χώρο. Πρόσκληση σε διαφορετικό κοινό ήταν και η έκθεση “Vanity” στη Μύκονο, με κοσμήματα από τις Κυκλάδες αλλά και σύγχρονες δημιουργίες. Μιλώντας όμως για τη Δήλο, πρέπει να πούμε ότι είναι ο πιο δύσκολος αρχαιολογικός χώρος στην Ελλάδα. Χρειάζεται διαρκή φροντίδα. Το ερώτημα για εμένα είναι αν μας ενδιαφέρει να την κρατήσουμε ανοιχτή. Αν η προφανής απάντηση είναι “ναι”, τότε δεν μπορούμε να συνεχίσουμε κάνοντας μόνο την κατεπείγουσα συντήρηση, γιατί συντηρείς έναν τοίχο, κινδυνεύουν άλλοι δέκα. Πρέπει να υπάρξει κεντρική απόφαση και να επενδυθούν σημαντικές πιστώσεις, όπως στην περίπτωση της Πομπηίας. Η ιταλική κυβέρνηση όταν αποφάσισε να τη στηρίξει, έβαλε όλες της τις δυνάμεις, και άντλησε από την Ε.Ε. 105 εκατ. ευρώ».

Ο Δ. Αθανασούλης πρόσφατα απέκτησε και άλλη μια ιδιότητα, αυτή του μέλους του επιστημονικού συμβουλίου της Πομπηίας. Μεγάλη τιμή για τον Ελληνα αρχαιολόγο –και απόδειξη ότι οι Ελληνες αρχαιολόγοι είναι “εξαγώγιγο προϊόν” και βρίσκονται στην αιχμή της πρωτοπορίας– αλλά και επιπλέον ευθύνη. Αναρωτιέμαι: Σήμερα ο αρχαιολόγος πρέπει να είναι και μάνατζερ; «Είναι απαραίτητο να είναι και μάνατζερ. Αλλά ας μην το τονίζουμε γιατί υπάρχει μια στρεβλή αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο μάνατζερ είναι αυτός που παίζει ρόλο σε θέσεις ευθύνης και όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Αν δεν έχεις, όμως, το επιστημονικό υπόβαθρο δεν μπορείς να πάρεις τις κατάλληλες αποφάσεις. Δεν μπορείς να θέσεις τον στόχο, το όραμα που πρέπει να έχει ένας επιστημονικός φορέας προστασίας μνημείων. Αυτά δεν υπάρχουν στα εγχειρίδια μάνατζμεντ».

Η Φραγκοκρατία εθεωρείτο, λανθασμένα, περίοδος παρακμής

«Ηταν συνειδητή επιλογή να ασχοληθώ με την αρχαιολογία, μου άρεσε η έρευνα του παρελθόντος. Μπροστά σε κάποια σημαντική ανακάλυψη νιώθω ότι μόλις έχω βρει ένα κλειδί να ξαναδιαβάσω το παρελθόν. Κι αυτό είναι τρομερό συναίσθημα», εξομολογείται ο Δ. Αθανασούλης. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αγρίνιο απ’ όπου έφυγε στα 18 του για να σπουδάσει στο ΑΠΘ. «Μετά έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στη Σορβόννη και διδακτορικό στη βυζαντινή αρχαιολογία. Στη συνέχεια έδωσα εξετάσεις για το υπουργείο Πολιτισμού και το 1993 διορίστηκα επιμελητής για τα βυζαντινά μνημεία στην Αχαΐα. Εκεί, ξεκίνησα μια παθιασμένη σχέση με τους Φράγκους. Η Φραγκοκρατία (13ος αιώνας) εθεωρείτο περίοδος παρακμής. Ξεκινώντας την έρευνα στη Γλαρέντζα, το μεγάλο αστικό κέντρο της Αχαΐας των Φράγκων και την αναστήλωση στο Χλεμούτσι, η εικόνα που είχα ανατράπηκε. Η Ελλάδα, τα πρώην βυζαντινά εδάφη, είχαν ενταχθεί σε ένα διεθνές δίκτυο εμπορίου και σχέσεων λόγω των Σταυροφοριών, κι αυτό έφερε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη στην οποία μετείχαν τελικά και οι ντόπιοι. Η έρευνα με οδήγησε στην αναστήλωση στο κάστρο Χλεμούτσι που ήταν το παλάτι των πριγκίπων, και σε μία έκθεση με ιππότες και σταυροφόρους, την πρώτη αφιερωμένη σ’ αυτήν την περίοδο της Ελλάδας. Ηταν για εμένα σημαντική γιατί επρόκειτο και για μια θεσμική αναγνώριση ότι η Ελλάδα ενσωματώνει την κληρονομιά της Φραγκοκρατίας».

Η επόμενη πρόκληση ήρθε το 2007. «Ναι, ανέλαβα διευθυντής στην Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με αρμοδιότητα την Αργολίδα, την Αρκαδία και την Κορινθία και είχα την ευκαιρία να εμβαθύνω στη μέση βυζαντινή περίοδο γιατί η Κόρινθος ήταν η μεγαλύτερη πόλη της βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά τη Θεσσαλονίκη. Κατάφερα να ενώσω τους τρεις νομούς με ένα μεγάλο πρόγραμμα για την αναστήλωση των μεσαιωνικών κάστρων. Αλλαξε το τοπίο με τοπόσημα που ήταν ξεχασμένα».

Από το 2014 βρίσκεται στις Κυκλάδες και διαχειρίζεται έναν τεράστιο «όγκο». «Οι Κυκλάδες όμως έχουν μεγάλη πολιτισμική συνοχή», επισημαίνει. «Διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά της νησιωτικότητας γιατί είναι μικρές, βρίσκονται στο κέντρο και λειτούργησαν σαν σύνδεσμοι ανάμεσα στους διαφορετικούς πολιτισμούς. Επίσης εκεί αναπτύχθηκε ένας πολιτισμός που δεν τον βρίσκεις αλλού, ο Πρωτοκυκλαδικός, άρα ήδη από την προϊστορία συγκροτούν μια αυστηρά δομημένη ενότητα. Θα ήθελα να σημειώσω ότι στις Κυκλάδες η έρευνα του παρελθόντος δεν ήταν ισομερώς κατανεμημένη. Τον 19ο αιώνα δόθηκε βάρος στη σχέση με την κλασική Ελλάδα και στον 20ό έγινε η μεγάλη “ανακάλυψη” του Κυκλαδικού πολιτισμού λόγω της σχέσης των ειδωλίων με τη σύγχρονη τέχνη, οπότε η περίοδος αυτή έγινε παγκοσμίως γνωστή. Αλλες, όμως, όπως η ρωμαϊκή, η βυζαντινή, ακόμη και οι μυκηναϊκές Κυκλάδες έμειναν στο ημίφως. Ενας στόχος μου είναι να εμβαθύνουμε εκεί».

Οι χορηγοί

«Ημουν υπέρ των γυρισμάτων του BBC στον ναό του Ποσειδώνα, είμαι υπέρ μιας ποιοτικής επίδειξης μόδας», σημειώνει ο Δ. Αθανασούλης, ο οποίος είναι μέλος του ΚΑΣ και υπήρξε για αρκετά χρόνια πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων. «Επίσης, πιστεύω ότι η άντληση πιστώσεων μέσω δωρεών, χορηγιών, ευεργεσίας, είναι ένας τομέας με μεγάλες δυνατότητες και τον έχουμε ανάγκη, και ως έναν ακόμη δεσμό μεταξύ μνημείων και κοινωνίας. Αλλά κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά. Την Ακρόπολη δεν θα την παραχωρούσα, γιατί ως έθνος έχουμε επενδύσει στις άυλες αξίες της. Οπότε αντιλαμβάνομαι γιατί κάποιοι είναι αντίθετοι σε χορηγίες στην Ακρόπολη με το σκεπτικό ότι δεν λείπουν από το ελληνικό κράτος 1 εκατ. ευρώ όταν πρόκειται γι’ αυτό μνημείο. Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας. Το πώς επιλέγεις έναν χορηγό σε ένα μνημείο ώστε να επενδύεις στην ευγενή άμιλλα μεταξύ των χορηγών κι όχι σε τυχόν ανταγωνισμούς».

Με πληροφορίες από την ιστοσελίδα Καθημερινή 

Πηγή: https://www.naxospress.gr

Αφήστε το Σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *