Σάββατο, 28 Νοεμβρίου, 2020

Αγρίδια: η περιοχή των αγρών, το χαμένο χωριό, το φέουδο – Των Γιώργου Γλυνού, Σπύρου Τσαούση, Θανάση Καρπούζη

Ταξιδεύοντας από τη Χώρα της Άνδρου προς το Κόρθι, αφού διασχίσουμε το πανέμορφο φαράγγι των Διποταμάτων, περάσουμε το Πάνω Κάστρο και αρχίσουμε να κατηφορίζουμε μετά το Κοχύλου, ξανοίγεται μπροστά μας μια περιοχή που συχνά την προσπερνούμε με ταχύτητα, χωρίς να φανταστούμε τη σημασία που είχε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους.


Η περιοχή των Αγριδίων από την Αγία Παρασκευή


Τα δύο ξωκλήσια κοντά στο δρόμο, η Αγία Παρασκευή και ο Άγιος Ιωάννης, αλλά και η μεγάλη εκκλησία που δεσπόζει στην κορυφή της περιοχής η Παναγία η Αγριδιώτισσα, αποτελούν ενδείξεις, αλλά δεν αποκαλύπτουν την ύπαρξη ενός σημαντικού χωριού που σβήστηκε απ’ το χάρτη, καθώς κάποια ασθένεια φαίνεται να το έπληξε και οι κάτοικοί του αποφάσισαν να το εγκαταλείψουν.

Το όνομα του χωριού ήταν Αγρίδια και φαίνεται να έρχεται από πολύ παλιά. Ο Δημ. Πολέμης(1) υιοθετεί την άποψη ότι το όνομα της περιοχής προέρχεται από τη Βυζαντινή περίοδο. Πράγματι, το  όνομα αυτό είναι αρκετά διαδεδομένο σε μέρη με βυζαντινή κυριαρχία. Μια αναζήτηση του ονόματος(2), δείχνει σημερινούς οικισμούς με το ίδιο όνομα σε Πελοπόννησο (Αρκαδία, Ηλεία, Αχαϊα), Κρήτη, Αμφιλοχία (Όρη Βάλτου) αλλά και στην Κύπρο (επαρχίες Λεμεσού, Κερύνειας). Ο Δημ. Πολέμης προσθέτει αντίστοιχα τοπωνύμια σε Ίμβρο, Χίο, Φούρνους, Ρόδο, ενδεχομένως και στην Τραπεζούντα, ενώ στην Κύπρο το τοπωνύμιο καταγράφεται ήδη από τον 13ο αιώνα.

Ο ιστορικός της Άνδρου υποστηρίζει ότι ο όρος «Αγρίδια» βρίσκεται σε κείμενο του 10ου αιώνα σχετικά με την έγγεια φορολογία, απ’όπου συμπεραίνει ότι «Αγρίδιον είναι χωριστόν και μάλλον εις απόστασιν τμήμα μεγάλου χωρίου μερικώς μόνον καλλιεργημένον» (1).

Η διατύπωση του ονόματος στην εποχή της Λατινοκρατίας καταγράφεται ως “(La) Gridia” ενώ και στις μέρες μας οι ντόπιοι χρησιμοποιούν, για την περιοχή των αγρών που διατηρεί το ίδιο όνομα, είτε το «Αγρίδια» είτε το «στα Γρίδια». Ο ναός της Παναγίας, ωστόσο, αναφέρεται πάντα ως Αγριδιώτισσα, ποτέ ως Γριδιώτισσα.


Προσεγγίζοντας το Λευκόποδα από το Μέσα Βουνί, με τη ρεματιά που ρέει προς Διποτάματα


Τα Αγρίδια φαίνεται να ήταν σημαντικός μεσαιωνικός οικισμός. Η προσηλιακή θέση του χωριού κοιτώντας νότια, ανάμεσα σε Παλαιόκαστρο, Επάνω Κάστρο και Λευκόποδα, κοντά στη ρεματιά που έρρεε όλο το χρόνο προς Διποτάματα και στις πηγές του ρέματος προς την Στίβα, καθιστούσαν την περιοχή ιδανική για κατοίκηση στη δύσκολη μεσαιωνική περίοδο, καθώς διέθετε οχυρώσεις σε μικρή απόσταση και άφθονα ύδατα για τις καλλιέργειες. Η περιορισμένη οπτική θέαση του χώρου από την πλευρά της θάλασσας, παρείχε την απαραίτητη προστασία στις εποχές των μεσαιωνικών πειρατικών επιδρομών.


Η Αγία Ματρώνα και ο λόφος του Παλαιοκάστρου από τη Λαρδιά


Η ανάλυση των γραπτών πηγών και η επιτόπια έρευνα στην περιοχή, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς αρκετά σημαντικά στοιχεία φαίνεται να μην έχουν φωτιστεί επαρκώς μέχρι τώρα.

Το ανάβλυσμα των γραπτών πηγών

Η πρώτη αναφορά του τοπωνυμίου καταγράφεται στα 1421, σε ένα, δηλαδή, από τα πιο παλιά έγγραφα όπου καταγράφονται τοπωνύμια της Άνδρου και διασώζονται ως τις ημέρες μας. Στο έγγραφο αυτό, ο τότε δυνάστης της Άνδρου Pietro Zeno παραχωρεί προς το δευτερότοκο υιό του Μάρκο και τους κληρονόμους του la parte del fio de la Gridia e del castello de Alto(1, 3), δηλαδή το φέουδο των (Α)Γριδίων και το Επάνω Κάστρο (Κάστρο Φανερωμένης – πλησίον Κοχύλου), το οποίο πρωτύτερα ανήκε στον Περουλάκη Σανούδο, συγγενή των δουκών του Αιγαίου Πελάγους(4).

Όπως φαίνεται, ολόκληρο το φέουδο της περιοχής, που πιθανότατα περιλάμβανε την περιοχή μεταξύ Διποταμάτων (κορυφογραμμή Κούρβουλου, Στεφάνων, Λευκόποδα, Γερακώνας) και Καππαριανού ποταμού(5), συμπεριλαμβάνοντας τις περιοχές Επάνω Κάστρου – Κοχύλου, Ρωγού, Πισκοπειού, Χωνών και Καππαριάς, αντλούσε το όνομά της από την περιοχή των Αγριδίων. Είναι αρκετά εντυπωσιακό και ενδεικτικό της σημασίας της περιοχής ότι έδωσε το όνομα σε ένα από τα δώδεκα φέουδα του νησιού επί Λατινοκρατίας, το οποίο εκτείνονταν από το Κούρβουλο ανατολικά έως την Πλάκα στα δυτικά.

Ο Δημ. Πολέμης(1) αναφέρει αρκετά πωλητήρια έγγραφα της περιόδου 1655 – 1732 τα οποία κάνουν αναφορά στο χωριό Αγρίδια(6), (7), (8). Σε ορισμένα από αυτά γίνεται λόγος για θέση ονόματι «Πλύστρα» (7),(9) («εις το χωρίο στ’Αγρίδια από κάτω στην Πλύστρα» (7)), η οποία βρίσκεται κοντά στη Λαρδιά, στη ρεματιά βόρεια του χωριού. Στα έγγραφα επισημαίνεται και κοινόχρηστος δρόμος («στράτα κομούνα») που συνορεύει με τα πωλούμενα περιβόλια σε Πλύστρα(7) και χωριό Αγρίδια(8), καθώς και «ρέμα»(7) ), (10). Σήμερα στην περιοχή διακρίνεται πράγματι παλιά στράτα από την Αγία Ειρήνη που προσεγγίζει το σημείο της «Πλύστρας».



Το δίκτυο μονοπατιών στα Αγρίδια και στις γύρω περιοχές: με πορτοκαλί χρώμα η στράτα από την Αγία Ειρήνη προς την «Πλύστρα». Με γαλάζιο χρώμα η σηματοδοτημένη διαδρομή Όρμου Κορθίου – Βουνίου, με κίτρινο χρώμα οδοί που συνέδεαν χωριά (Αγρίδια – Χώρα / Κοχύλου, Αγρίδια -Λαρδιά, Λαρδιά – Έξω Ρωγό, Λαρδιά – Κλήδονες / Κασταναίος), με πράσινο χρώμα άλλες αγροτικές οδοί.

Επισημαίνεται ότι η ρεματιά σε χαμηλότερο σημείο ονομάζεται «Λαβαντάρα» που παραπέμπει στον ιταλικό όρο της «Πλύστρας» (lavanderia).


Περίτεχνη άλωνα με κελί στην Πλύστρα


Χωράφια με πηγές στη ρεματιά της Πλύστρας στο μονοπάτι από Λαρδιά


Η Οθωμανική απογραφή του 1670(11) καταγράφει το χωριό Αγρίδια του Απάνω Κάστρου με δύο ενορίες, της Παναγίας και του Χριστού. Τα ονόματα των δύο ναών παραπέμπουν στην Παναγία Αγριδιώτισσα (ενοριακός ναός Γιαννισαίου σε σημαντική απόσταση από το χωριό), καθώς και στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος στη Λαρδιά, η οποία εξακολουθεί στις ημέρες μας να αποκαλείται «Χριστός» από τους ντόπιους. Και οι δύο εκκλησίες ανακαινίσθηκαν πλήρως στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, αντικαθιστώντας τους μικρότερους ναούς που προϋπήρχαν στη θέση τους, η Αγριδιώτισσα μετά το 1924 και η Μεταμόρφωση του Σωτήρος στη δεκαετία του 1930.


Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος στη Λαρδιά, επονομαζόμενη «Χριστός» από τους ντόπιους, στη θέση της προηγούμενης εκκλησίας γύρω από την οποία υπήρχαν ταφές.


Ο Pitton De Tournefort στην περιήγησή του στα 1700(12), στη λίστα με τα χωριά της Άνδρου καταγράφει ξεχωριστά τα Αγρίδια (“Gridia”), το Γιαννισαίο (“Gianistes”), τη Λαρδιά (“Lardia”) καθώς και τον οικισμό «Καστανιές» (“Castaniez”) που πιθανότατα σχετίζεται με τη θέση Καστανιά ανάμεσα στο Μέσα και το Έξω Βουνί ή με τον Κασταναίο (οικισμός από το σχολείο του Γιαννισαίου έως τον κεντρικό δρόμο με αρκετά εγκαταλελειμμένα σπίτια).


Ερείπια στην Καστανιά Βουνίου, σε απόσταση περίπου 600μ βορειοδυτικά των Αγριδίων. Ο Δημ. Πολέμης υποστηρίζει ότι ο οικισμός εγκαταλείφθηκε το 18ο αιώνα όπως και τα Αγρίδια. Φωτογραφία: Αλέξανδρος Γαρδέλης


Με βάση δηλαδή την ιστορική καταγραφή του Pitton De Tournefort, μόλις 30 περίπου χρόνια μετά την Οθωμανική απογραφή, μπορούμε να σχηματίσουμε την άποψη ότι ο όρος «Αγρίδια» της απογραφής του 1670, εκτός από τον ομώνυμο οικισμό, συμπεριελάμβανε το σύνολο των οικισμών της περιοχής, με δεδομένο ότι τουλάχιστον η μία από τις δύο ενορίες της απογραφής (Χριστός) θα πρέπει να ταυτιστεί με τη Λαρδιά ενώ η Παναγία πιθανότατα παραπέμπει στο Γιαννισαίο και τα ομώνυμα Αγρίδια.

Κάτι αντίστοιχο στα Οθωμανικά κατάστιχα, γίνεται και με τη χρήση του όρου «Καππαριά» που περιλάμβανε το σύνολο των οικισμών της περιοχής (μέχρι και σήμερα), «Πίσω Μεριά» για τους γύρω οικισμούς (μέχρι και σήμερα), «Κόρθι» όπου φαίνεται να συμπεριλαμβάνονται και οι ενορίες των Αηδονίων, ενδεχομένως και του Μουσιώνα.

Η ύπαρξη ωστόσο της Λαρδιάς καταγράφεται ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα (1666(13)), σε πωλητήρια έγγραφα περιβολιών τα οποία αγοράζονται από την αρχοντική οικογένεια Καϊρη(13), (14), (15), (16), (17), στα οποία αναφέρεται ως «χωρίο του Λαρδιά / στου Λαρδιά». Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι η Λαρδιά οφείλει το όνομά της πιθανότατα σε κάποιον ονόματι «Λαρδιάς», επώνυμο το οποίο δεν καταγράφεται όμως στην απογραφή του 1670 και ίσως είναι αρκετά προγενέστερο. Ο Δημ. Πολέμης συσχετίζει το όνομα Λαρδιάς με το βυζαντινό τοπωνύμιο «Λαρδέας» της Θράκης(18) πλησίον της Διάμπολης (σήμ. Yambol Βουλγαρία – πιθανολογείται ότι η θέση «Λαρδέας» αντιστοιχεί στο σημερινό Lozenets). Δεν αποκλείεται πάντως το όνομα να προέκυψε επί λατινοκρατίας, δεδομένου ότι το λαρδί προκύπτει από το ιταλικό “lardo”.

Στα ανωτέρω έγγραφα διακρίνεται ο ρόλος της οικογένειας Καλογρίδη που ήταν ιερείς στο Χριστό(11) και αναφέρονται συχνά είτε ως ιδιοκτήτες(7), (16), είτε ως μάρτυρες(15), είτε ως εκτιμητές(8), (13), (16).

Στο πωλητήριο έγγραφο περιβολιού στ’Αγρίδια του 1696(15), το οποίο εκδίδεται «στου Λαρδιά», πέρα από τον παπα-Ιωάννη Καλογρίδη, μνημονεύονται αρκετοί από τους κατοίκους (ή τους απογόνους τους) οι οποίοι καταγράφονται στην απογραφή του 1670 στ’Αγρίδια (Βασταγιαννούλης Ν. – ενορία Παναγίας, Βάστας Ν.- στην απογραφή Βασταξής Ν. ενορία Χριστού) αλλά και των όμορρων χωριών (Βλαχάκης Ι. – Κοχύλου, Βροντίσης Μ. – Πισκοπειό, Σε(ν)τάς Γ.  – Πισκοπειό). Επώνυμα της περιοχής καταγράφονται και σε άλλα έγγραφα ως ιδιοκτητών, από την ενορία Παναγίας: παπα Νικολός Γουλιαρμής(10), παπα Νικολός Σαλονίκης (19), Ραϊση(10) και από την ενορία Χριστού: Ζορτοπούλης(13), Ξυγγάς(20), Βασταξής(14), Κοντογιώργης(21), παπα Παζιούρας(17), Μπάβας(8)(ενορία Χριστού, Πισκοπειό, Βουνί, Κοχύλου).

Παράλληλα, εμφανίζονται αρκετές αρχοντικές οικογένειες να κατέχουν ιδιοκτησίες στην περιοχή, πέραν των Καϊρη, όπως οι Δαπόντε(13), Μάκολα(9), Φολερού(8), Καμπάνη(8), Πολέμη(17), καθώς και η Μονή Παναχράντου(7). Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εμφάνιση της οικογένειας (Μ)πεδενέτη (πιθανόν αναγραμματισμός του Benedetti) ως εκτιμητών σε δύο έγγραφα της περιοχής(13),(15), οι οποίοι δεν αποκλείεται να σχετίζονται με την οικογένεια (Μ)πενέτη που υπήρχε ήδη στο Μπενετιάνο και μάλλον είναι παρώνυμο οικογένειας των Καΐρηδων(27).

Η καταγραφή της οικογένειας Γιαννί(τ)ση στην απογραφή του 1670(11), σηματοδοτεί ότι πιθανότατα σε αυτή την εποχή άρχισε να σχηματίζεται ο πυρήνας του Γιαννισαίου από την ομώνυμη οικογένεια, διακριτά από τ’Αγρίδια. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, στο Γιαννισαίο κατέφυγαν οι οικογένειες του Αγριδίου μετά την εκκένωση του οικισμού. Αντίθετα, στη Λαρδιά υπάρχει θρύλος για μετακίνηση, σε άγνωστη ιστορική στιγμή, από τη θέση «Μάρμαρα» (22) κοντά στο ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου στις Πλύστρες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο η περιοχή που σήμερα φέρει το όνομα Αγρίδια όσο και η θέση «Μάρμαρα», έχουν αρκετά περιορισμένη θέαση από την πλευρά της θάλασσας, σε αντίθεση με το Γιαννισαίο ή τη συνοικία του Χριστού στη Λαρδιά, η οποία σε διαυγή ημέρα μπορεί να εποπτεύσει έως και την Ικαρία ή τη Σάμο. Γίνεται αντιληπτό λοιπόν, ότι οι πρότερες θέσεις αντιστοιχούν πιθανότατα σε εποχές εξαιρετικά ευάλωτες σε πειρατικές θαλάσσιες επιδρομές (πιθανότατα μέση βυζαντινή περίοδο) ενώ για παράδειγμα η σύσταση της Λαρδιάς πραγματοποιείται πιθανότατα στη διάρκεια της Λατινοκρατίας όταν δηλαδή επισημαίνονται και άλλοι οικισμοί με θέαση από τη θάλασσα όπως το Συνετί ή οι Στενιές, λαμβάνοντας και τις απαραίτητες προφυλάξεις (δημιουργία πύργων, μεσαιωνικών καμαρών κλπ).


Ο Άγιος Νικόλαος με το εντυπωσιακό καμπαναριό


Ο Άγιος Νικόλαος αριστερά και η θέση Μάρμαρα με τις ημικυκλικές αιμασιές στο κέντρο


Μετά το 1732 τα Αγρίδια σταματούν να αναφέρονται ως χωριό και το όνομα πλέον παραμένει ως τις μέρες μας αναφερόμενο σε συγκεκριμένη περιοχή αγρών.


Χάρτης της περιοχής των Αγριδίων και των γύρω οικισμών


Ο τόπος αποκαλύπτεται

Η επιτόπια έρευνά μας στη Λαρδιά αλλά και στην ευρύτερη περιοχή φαίνεται να επιβεβαιώνει τα ανωτέρω στοιχεία. Πράγματι, στη συνοικία γύρω από την ενοριακή εκκλησία του Χριστού, εντύπωση προκαλεί το διπλανό ανακαινισμένο πυργόσπιτο που έχει χαρακτηριστικά με αναφορές στην εποχή της Λατινοκρατίας. Η απόσταση άλλωστε του πυργόσπιτου από το ναό, παραπέμπει σε παρεκκλήσι Πύργου κατά τα φεουδαρχικά πρότυπα της Λατινοκρατίας.

Ο Χριστός και το πυργόσπιτο δίπλα του


Ο Χριστός και το πυργόσπιτο από ψηλά


Το ανακαινισμένο πυργόσπιτο


Στον «Πύργο» αλλά και σε άλλες οικίες της συνοικίας, κανείς παρατηρεί οξυκόρυφα (γοτθικά) υπέρθυρα, χαρακτηριστικό της εποχής της λατινοκρατίας. Ο «Πύργος», σήμερα ιδιοκτησίας οικογένειας Συνετού* και προηγουμένως Τρικόγλου, αναφέρεται από τους παλαιότερους ως «Πύργος της Σούρδενας».


Τα οξυκόρυφα υπέρθυρα στη Λαρδιά, στη συνοικία του Χριστού. Πιο πάνω ο Κασταναίος και το Γιαννισαίο


Προχωρώντας προς τη ρεματιά μετά τον «Πύργο», ο επισκέπτης συναντά στοές και προφυλαγμένα περάσματα, που έκλειναν τις παλιές εποχές των πειρατών με πόρτες, ούτως ώστε να αποκόπτεται η πρόσβαση.


Πέρασμα στη Λαρδιά που παραπέμπει σε μεσαιωνική οχυρωματική τεχνική


Το μεσαιωνικό πέρασμα


Στοά στη διόδο προς τη ρεματιά


Παλιά οικία ανάμεσα στις δύο στοές προς τη ρεματιά στη Λαρδιά


Αντίστοιχο προφυλαγμένο πέρασμα σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ντόπιων υπήρχε και στη συνοικία κοντά στο ναό της Γεννήσεως της Παναγίας, το οποίο δεν υφίσταται πλέον.

Δίπλα στο ναό της Γεννήσεως της Παναγίας υφίσταται και σε αυτή την περίπτωση μεγάλο οίκημα που οι ντόπιοι θεωρούν «Πύργο», ενώ σε ενεπίγραφη πέτρα καταγράφεται η χρονολογία «1781».


Το εντυπωσιακό πυργόσπιτο στο ναό της Γεννήσεως της Παναγίας στη Λαρδιά


 

Η εντυπωσιακή λιθοδομή του «Πύργου» στο ναό της Γεννήσεως της Παναγίας στη Λαρδιά


Ο «Πύργος», το καμπαναριό του ναού της Γεννήσεως στη Λαρδιά και στο βάθος η Αγιά Ματρώνα


Η ενεπίγραφη πέτρα του «Πύργου» με την ένδειξη «1781»


Σύμφωνα με μαρτυρία των κων Χαρ. Σταθάκη και Μαρίας Πολίτου, ο «Πύργος» αυτός έχει υπάρξει ιδιοκτησία οικογένειας Πουλίση, η οποία στην απογραφή του 1670 καταγράφεται στ’Αγρίδια (κυρίως στην ενορία Χριστού), στο Βουνί και στ’Αμονακλειού με αρκετές περιπτώσεις λατινογενών βαπτιστικών ονομάτων ή πατρωνύμων όπως Φραγκούλης, Πασχάλης (Pasquale) ή Μάρκος, γεγονός που παραπέμπει πιθανότατα σε οικογένεια με λατινική καταγωγή.

Η μικρή απόσταση του Πύργου από την Παναγία της Λαρδιάς, αλλά και η θέση του Πύργου στο ψηλότερο σημείο του παλιού οικισμού, παραπέμπει και σε αυτή την περίπτωση ενδεχομένως σε παρεκκλήσι του Πύργου κατά τη συνήθεια των λατίνων.

Η συνοικία της Παναγίας παρουσιάζει εξαιρετικά αρχιτεκτονικά δείγματα του 18ου & 19ου αιώνα.


Η «πάνω γειτονιά» της Λαρδιάς με τον Πύργο δίπλα στην Παναγία πάνω δεξιά


Ανακαινισμένο σπίτι στην «πάνω γειτονιά» της Λαρδιάς


Εξετάσαμε την υπόθεση, η Παναγία της Λαρδιάς να αντιστοιχεί στη δεύτερη ενοριακή εκκλησία των Αγριδίων, ωστόσο αυτό δε φαίνεται να επιβεβαιώνεται λόγω των παραγωγικών χαρακτηριστικών της ενορίας της Παναγίας στην απογραφή του 1670. Έτσι, ενώ η ενορία του Χριστού φαίνεται να είχε κυρίως χωράφια με ελαιόδεντρα (όπως συμβαίνει με τη Λαρδιά), όπως θα δούμε παρακάτω, η ενορία της Παναγίας είχε σημαντικό αριθμό αμπελώνων αλλά και νερόμυλων, γεγονός που παραπέμπει σε πιο ορεινή ενορία κατά τα πρότυπα των σημερινών χωραφιών του Γιαννισαίου και των νερομύλων στην από πίσω ρεματιά.


Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στα Χάλαρα μετά τη φωτιά του 2012


Σε ό,τι αφορά τον ομώνυμο χαμένο οικισμό των Αγριδίων ο Δημ. Πολέμης(1) καταγράφει τα ξωκλήσια της Αγίας Ειρήνης και του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου (θέση Χάλαρα). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κου Γιάννη Γαρυφάλλου, η περιοχή των αγρών που και σήμερα φέρει το όνομα Αγρίδια, είναι η περιοχή γύρω από την οικία του Γιώργου Γιαννίση («Γερμιογιώργη») δίπλα στην Αγία Ειρήνη, εκτεινόμενη πάνω και κάτω από τον κεντρικό αμαξιτό δρόμο, και γύρω από το δρόμο που ανεβαίνει προς Γιαννισαίο, χωρίς να περιλαμβάνει την αρχή του δρόμου αυτού.

Η Αγία Ειρήνη, η οποία στο ΦΕΚ των ιστορικών διατηρητέων μνημείων της Άνδρου καταγράφεται ως «Αγία Ειρήνη στ’Αγρίδια»(28), παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς πρόκειται για δίκογχο ναό για λειτουργία για τα δύο δόγματα, κατά τα πρότυπα της περιόδου της λατινοκρατίας. Ο ερευνητής και αρχιτέκτονας κ. Νίκος Βασιλόπουλος πιστεύει ότι ανάγεται «στον 16ο αιώνα. Είναι επιμελημένης κατασκευής με στήριξη της στέγης πιθανότατα εξ αρχής σε κορμούς. Έχει, εξωτερικά ένα ιερό σπάνιο, ημικυλινδρικό (ο κύλινδρος κομμένος κάθετα). Το κτίσιμο αυτό δεν έγινε για λόγους κατασκευαστικούς αλλά για να μιμηθεί ένα αρχιτεκτονικό τύπο ιερού με ρωμανικά πρότυπα. Με παρόμοιο ιερό είναι ο Αγ. Νικήτας στα Αποίκια, ο Αγ. Νικόλαος στα Άχλα καθώς και μία εκκλησία ψηλά αριστερά στο δρόμο μεταξύ Κοχύλου και Βουνίου. Είναι σπάνιες, όλες προς την τελευταία φάση της Λατινοκρατίας και φροντισμένης αρχικά κατασκευής.»


Η Αγία Ειρήνη και ψηλά η Αγριδιώτισσα. Η Αγία Ειρήνη στο εσωτερικό παρουσιάζει δύο κόγχες.


Η αναφορά του κου Βασιλόπουλου σε δεύτερη εκκλησία στην περιοχή με τα χαρακτηριστικά της Αγίας Ειρήνης, παραπέμπει στην Παναγία (Ζωοδόχος Πηγή) της Καστανιάς. Η εγκατάλειψη της Καστανιάς το 18ο αιώνα και η όμοια αρχιτεκτονική στην Αγία Ειρήνη Αγριδιών και την Παναγία Καστανιάς, φανερώνει την παράλληλη πορεία και τις στενές σχέσεις των δύο κοντινών οικισμών γύρω από τη ρεματιά των νερομύλων που ρέει προς τα διποτάματα.


Η Παναγία Καστανιάς με παρόμοιο ιερό με την Αγία Ειρήνη Αγριδίων. Φωτογραφία: Αλέξανδρος Γαρδέλης


Πάνω από την περιοχή των Αγριδίων δεσπόζει ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου, κοινώς «Παναγία η Αγριδιώτισσα», ο ενοριακός ναός του Γιαννισαίου. Το σημερινό κτίσμα δημιουργήθηκε μετά το 1924 στη θέση της παλιάς τρίκλιτης εκκλησίας, διατηρώντας το προϋπάρχον ιερό(23). Η προηγούμενη τρίκλιτη βασιλική, η οποία σύμφωνα με ευρήματα φαίνεται να είχε ανακαινιστεί στις αρχές του 19ου αιώνα(23), (24), είχε τρεις θύρες στη δυτική πλευρά καθώς και είσοδο στη νότια πλευρά. Η σκεπή σύμφωνα με τις μαρτυρίες ήταν χτισμένη με «μπουντουλούμια» -τοίχοι που φαρδαίνουν και κλίνουν προς το εσωτερικό σημείο της σκεπής- για να μην χρειάζονται μεγάλες πλάκες για το ταβάνωμα. Το μοναδικό κωδωνοστάσιο ήταν χτισμένο χωρίς να εφάπτεται στο νοτιοδυτικό άκρο του αυλόγυρου. Η προφορική παράδοση του Γιαννισαίου σχετικά με τη δημιουργία της εκκλησίας και την απόσταση αυτής από τον οικισμό του Γιαννισαίου καταγράφει τα εξής:

Ο κος Γιάννης Γαρύφαλλος σε ερείπιο στους Κλήδονες μας μιλάει για τα χαμένα Αγρίδια


«Οι κάτοικοι ήθελαν να χτίσουν την εκκλησία κοντά στο Γιαννισαίο, συγκεκριμένα στην πηγή Ζόρτη, ωστόσο ο μάστορας κάθε πρωί έβρισκε τα εργαλεία του σε άλλο μέρος, αρκετά μακρυά από εκεί που τα άφηνε στη διάρκεια των πρώιμων εργασιών του. Κι ενώ το φαινόμενο επαναλήφθηκε για αρκετές ημέρες, ένας εργάτης είδε σε όνειρό του την Παναγία να του λέει: «Θέλω να βρίσκομαι στο σημείο που μεταφέρονται τα εργαλεία για να βλέπω την αδελφή μου!». Εννοούσε τη «Φανερωμένη» στο Επάνω Κάστρο(23)».


Εντυπωσιακό ερείπιο πιθανόν του 18ου αιώνα στη θέση Κλήδονες κάτω από την Αγριδιώτισσα. Η ομοιότητα με τα ερείπια της Καστανιάς είναι χαρακτηριστική.


Η καταγραφή της Παναγίας ως μίας εκ των δύο ενοριακών εκκλησιών των Αγριδίων στα 1670, σε συνδυασμό με το θρύλο σχετικά με τη θέση της έναντι του Γιαννισαίου, συνεπάγεται τα παρακάτω ενδεχόμενα:

  • Ο ναός εξ αρχής κατασκευάστηκε για να εξυπηρετήσει το Γιαννισαίο (πιθανότατα στη διάρκεια του 17ου αιώνα όταν φαίνεται να εμφανίζονται οι Γιαννίτσηδες στην περιοχή). Σε αυτή την περίπτωση η σύσταση του Γιαννισαίου θα πρέπει να τοποθετηθεί πριν το 1670 με δεδομένη την καταγεγραμμένη ύπαρξη της Παναγίας και των οικογενειών των Γιαννίτσηδων.
  • Ο ναός δημιουργήθηκε σε κεντροβαρές σημείο ώστε να εξυπηρετήσει τόσο τα Αγρίδια όσο και το νεοσύστατο Γιαννισαίο, ενδεχομένως και τους οικισμούς Κασταναίο και Κλήδονες.
  • Ο ναός προϋπήρχε ως εκκλησία του ομώνυμου οικισμού των Αγριδίων είτε στο ίδιο σημείο είτε σε άλλο σημείο. Εδώ επισημαίνεται ότι η παράδοση θέλει την εικόνα της Παναγίας να μεταφέρεται από ναό των Αγριδίων στην Παναγία Αγριδιώτισσα(23).

Στα χνάρια της Οθωμανικής απογραφής του 1670

Τα φορολογικά κατάστιχα του 1670, που παρουσίασε ο Ηλ. Κολοβός(11) μας δίνουν μια εξαιρετική εικόνα για την ανθρωπογεωγραφία και τις παραγωγικές ασχολίες των Αγριδίων.

Η εντυπωσιακή οικία κάτω από την Αγριδιώτισσα στους Κλήδονες που έχει δομηθεί σε τρία επίπεδα με διαφορετικές φάσεις κατασκευής. Σύμφωνα με μαρτυρίες, φαίνεται ήδη εγκαταλελειμένη τη δεκαετία του 1930.


Η ανθρώπινη παρουσία στα Αγρίδια

Όπως αναφέραμε κάτω από τον όρο Αγρίδια περιλαμβάνονται όλοι οι οικισμοί της περιοχής που χωρίζονται σε δύο ενορίες: αυτή της Παναγίας με 21 νοικοκυριά (επιπρόσθετα 3 καταγραφές ονομάτων άγαμων υιών) και την ενορία του Χριστού με 27 καταγεγραμμένα νοικοκυριά (επιπρόσθετα 2 καταγραφές ονομάτων άγαμων υιών).

Με βάση τη μεθοδολογία που ακολουθεί ο Ηλ. Κολοβός (ενήλικοι άρρενες πολλαπλασιασμένοι επί τέσσερα), ο πληθυσμός των Αγριδίων θα πρέπει να υπολογιστεί περίπου σε κάτι ελαφρώς παραπάνω από 200 άτομα. Το μέγεθος αυτό, κατατάσσει τα Αγρίδια σε δεύτερη μεγαλύτερη οικιστική ενότητα μετά από αυτή του Κορθίου στην περιφέρεια του Απάνω Κάστρου.

Εντύπωση για τα δεδομένα της περιοχής του Κορθίου, προκαλεί το υψηλό ποσοστό ονομάτων με λατινογενή χαρακτηριστικά (Επώνυμο, Πατρώνυμο ή Βαπτιστικό) που ανέρχεται περίπου στο 30% του πληθυσμού. Ο μοναδικός οικισμός που υπερτερούσε οριακά στην περιοχή ήταν το ίδιο το Κόρθι όπου είχαν καταφύγει τμήματα των αρχοντικών οικογενειών Δαπόντε και Δελαγραμμάτικα.


Ερειπιώνας στην περιοχή του Αγριδίου κάτω από τον Αϊ Γιάννη το Χρυσόστομο


Αντίστοιχο ποσοστό με τ’Αγρίδια παρουσιάζει και το Κοχύλου την ίδια εποχή, το οποίο, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση προήλθε από την εκκένωση του Επάνω Κάστρου. Οι Οθωμανοί δεν επιθυμούσαν τη διατήρηση ενός δεύτερου Κάστρου στο νησί, το οποίο θα μπορούσε να επανακαταληφθεί από τους Βενετσιάνους που βρίσκονταν και στη γειτονική Τήνο και φαίνεται να προτίμησαν την εκκένωσή και μάλιστα αποδόμησή του(5). Έτσι η προφορική παράδοση θέλει το Κοχύλου εν πολλοίς να χτίστηκε από την πέτρα των κτισμάτων και τειχών του Κάστρου της περιοχής. Με δεδομένο το μικρό μέγεθος του Κοχύλου στα 1670 (25 νοικοκυριά), δεν είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι κάποιοι κάτοικοι του Κάστρου στα 90 χρόνια που μεσολάβησαν ίσως να εγκαταστάθηκαν στ’Αγρίδια, γεγονός που εξηγεί το υψηλό σχετικά ποσοστό λατινογενών ονομάτων.


Το Επάνω Κάστρο από τη ρεματιά πίσω από το Γιαννισαίο


Η άλλη εύλογη υπόθεση είναι ότι στην περιοχή προϋπήρχαν Λατίνοι φεουδάρχες ή άλλοι κατώτεροι τη τάξει ευγενείς, με βάση και τη σημασία που φέρεται να είχε ο οικισμός για ολόκληρο το φέουδο.

Τα σχετικά λατινογενή ονόματα περιλαμβάνουν τα εξής:

  • Γουλιαρμής (ενορία Παναγίας): Οικογένεια Λατίνων ευγενών(5) που εμφανίζεται επίσης σε Ρωγό και Λάμυρα (3 καταγραφές). Μαζί με τον ιερέα του χωριού (Σαλονίκης) φαίνεται να καταγράφονται ως οι μοναδικές περιπτώσεις μεσαίας κατηγορίας κεφαλικού φόρου (οι υπόλοιποι ήταν υπόλογοι σε κατώτερης κατηγορίας κεφαλικό φόρο)
  • Ζόρτης Χρουσής (Crusino στα ιταλικά) και άγαμος υιός Γιαννούλης (Giannuli, Janulli στα ιταλικά) (ενορία Παναγίας): Στο Γιαννισαίο υπάρχει η πηγή Ζόρτη που προφανώς σχετίζεται με την εν λόγω οικογένεια. Αντίστοιχα στ’Αγρίδια καταγράφεται και οικογένεια Ζορτοπούλη (ενορία Χριστού), που σήμερα απαντάται ως Ζερτοπούλη, η οποία θα πρέπει να συσχετιστεί με τους ονόματι Ζόρτη. Ο Νικολός Ζόρτης του Γιαννούλη (πιθανόν υιός του ανωτέρω Γιαννούλη Ζόρτη) καταγράφεται στα 1705 σε έγγραφο δανειοδότησης από την αρχοντική οικογένεια Καϊρη(25). Στο κατάστιχο η τουρκική καταγραφή εμφανίζεται ως “Zurti” που ενδεχομένως θα πρέπει να συσχετιστεί με τα ιταλικά επώνυμα Surdi ή Sordi. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται ο «Πύργος της Σούρδενας» στη Λαρδιά να σχετίζεται με τους “Surdi” / “Sordi” / «Ζόρτη».

Ο Θανάσης Καρπούζης στην πηγή Ζόρτη του Γιαννισαίου


  • Φρατέλος Νικόλας του Γιακουμή (ενορία Παναγίας)
  • Στανίτσας Φραντζέσκος του Νερούτζου (ενορία Χριστού): Καταγράφονται άλλες δύο περιπτώσεις στο Πισκοπειό. Στην Ιταλία καταγράφεται ιστορικά οικογένεια “Staniscia”.
  • Βασταγιαννούλης: 4 Καταγραφές (3 στην ενορία Παναγίας) με πατρώνυμα όπως Ντεμενέγος (Domenico στα ιταλικά) και Μάρκος
  • Πουλίτζης (Πουλίσης): 4 καταγραφές (3 στην ενορία Χριστού) με το Φραγκούλης να απαντάται ως πατρώνυμο ή βαπτιστικό. Το ίδιο επώνυμο εμφανίζεται σε 2 καταγραφές και στο Βουνί (με πατρώνυμο Πασχάλη) και ως Πουλίσης στ’Αμονακλειού με βαπτιστικό Μάρκος. Επώνυμο Pulici απαντάται και σήμερα στην Ιταλία.
  • Πασχαλάκης (2 καταγραφές στην ενορία Χριστού): Ο Ηλ. Κολοβός(11) αποδίδει το επώνυμο στο Ιταλικό βαπτιστικό Pasquale (Πασχάλης)

Στα λοιπά (μη λατινογενή) επώνυμα καταγράφονται τα παρακάτω:

  • Αυλιδάκης (ενορία Χριστού): 6 καταγραφές
  • Καλογρίδης: 5 καταγραφές (4 στην ενορία Χριστού εκ των οποίων οι 2 ιερείς του Χριστου). Το επώνυμο καταγράφεται και σε Καππαριά (2 καταγραφές) και Κάτω Κάστρο.
  • Γιαννίτσης (ενορία Παναγίας): 4 καταγραφές. Στο επώνυμο Γιαννί(τ)σης οφείλει το όνομά του το Γιαννισαίο (καταγράφεται στους εκλογικούς καταλόγους του 1844 ως «Γιανσαίοι»). Η οικογένεια, σύμφωνα με την παράδοση, φαίνεται να αφορούσε χτιστάδες ιδίως γεφυριών που μετοίκησαν στην Άνδρο. Αρκετά αργότερα, ναυτικός μέλος της οικογένειας εισήγαγε τη γκάιντα σε Γιαννισαίο και Βουνί από τα ταξίδια του στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Επισημαίνεται ότι στα 1670 το επώνυμο απαντάται μόνο στ’Αγρίδια ενώ στα φορολογικά κατάστιχα του 1721(26) απαντάται και στο Κάτω Κάστρο (Φάλικα, Πιτροφός). Σύμφωνα με μαρτυρία, κατόπιν αδελφοκτονίας, η οικογένεια του δολοφονηθέντος αδελφού κατέφυγε στην περιοχή του Κάτω Κάστρου.

Το γεφύρι της Λαρδιάς στην Περάστρα


  • Ξυγγάς (ενορία Χριστού): 3 καταγραφές. Το ίδιο επώνυμο εμφανίζεται και στο Ρωγό
  • Σαλονίκης (ενορία Παναγίας): Ο ιερέας της Παναγίας και ο άγαμος υιός του. Με το ίδιο επώνυμο εμφανίζονται άλλοι δύο ιερείς στο Κάτω Κάστρο καθώς επίσης σε Υψηλού (δύο καταγραφές) και Μέση.
  • Βασταξής (ενορία Χριστού): 2 καταγραφές. Εμφανίζεται και σε Πίσω Μεριά
  • Κοντογιώργης (ενορία Χριστού): 2 καταγραφές
  • Βαρδαλής (ενορία Παναγίας): εμφανίζεται και σε Πισκοπειό (3), Χώνες (2), Πίσω Μεριά (2). Το επώνυμο πιθανότατα σχετίζεται με βιγλάτορες (ιταλικά guarda: Κοίτα – προστακτική, στο τοπικό ιδίωμα: «βάρδα» – έχει και την έννοια της παρατήρησης / αναμονής).
  • Ζερβός (ενορία Παναγίας): εμφανίζεται και σε Αποίκια (5), Λάμυρα (2)
  • Μπάβας (ενορία Χριστού): εμφανίζεται και σε Βουνί (3), Πισκοπειό (2), Κοχύλου (1) (ενδεχομένως λατινικό επώνυμο καθώς συναντάται και στην Ιταλία – στην απογραφή του 1670 δε συνοδεύεται από λατινογενή βαπτιστικά ή πατρώνυμα).

Η πηγή Περάστρα της Λαρδιάς


  • Ραϊσης (ενορία Παναγίας): εμφανίζεται και σε Πίσω Μεριά (2), Ρωγό (1), Βουνί (1)
  • Μπατέλας (ενορία Παναγίας): εμφανίζεται και ως Μπακέλας στην Πίσω Μεριά
  • Κούλουθρος (ενορία Παναγίας): Έτερος ιερέας της Παναγίας. Το επώνυμο εμφανίζεται και σε Λάμυρα (1).

Με μοναδική καταγραφή αποκλειστικά στ’Αγρίδια εμφανίζονται και τα επώνυμα: Καρούλιας, Μέγιος, Μπαζικούρας, Σκορδίλης, Μπατζιούρας, Αουστιδάκης καθώς και η περίπτωση Ρομά: Μπούλου Δημήτρη (Μπούλος εμφανίζεται και στα Υψηλού). Εδώ να επισημανθεί ότι όλες οι λοιπές καταγραφές Ρομά στην απογραφή του 1670 δε συνδέονται με συγκεκριμένο οικισμό και αφορούσαν πρόσφατα εγκατεστημένους (προ δεκαετίας) από τη Χαλκίδα που συχνά ασκούσαν το επάγγελμα του σιδηρουργού για τα αγροτικά εργαλεία(11).

Νερόμυλοι, λιοτρίβια, μετάξι και κήποι

Με βάση την απογραφή σημειώνονται δύο ιδιοκτήτες νερόμυλων στην ενορία της Παναγίας (ο ιερέας Σαλονίκης, Γιαννίτσης) οι οποίοι θα πρέπει να σχετίζονται με τους νερόμυλους στη ρεματιά που συνεχίζει προς τα Διποτάματα, πίσω από τα Αγρίδια και ένας στην ενορία Χριστού (Καλογρίδης) που δεν αποκλείεται να αφορά το νερόμυλο στη ρεματιά της Λαβαντάρας / Πλύστρας (περιοχή Σκοτεινών) που κατεβαίνει προς τη Στίβα.


Η Ρεματιά που συνεχίζει προς τα Διποτάματα στο ύψος του Γιαννισαίου


Επίσης καταγράφονται 4 ιδιοκτήτες ελαιοτριβείων (ο ιερέας Σαλονίκης, Γουλιαρμής, ιερέας Καλογρίδης, Μπατζιούρας).


Αμπέλια κοντά στη ρεματιά που συνεχίζει προς τα Διποτάματα


Η αμπελοκαλλιέργεια στα ορεινά της περιοχής είναι ζωντανή ακόμη και στις μέρες μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην απογραφή του 1670 στο γειτονικό Βουνί στα 29 από τα 32 νοικοκυριά καταγράφεται αμπελοκαλλιέργεια, στο Πισκοπειό στα 27 από τα 33, στου Κοχύλου στα 13 από τα 15 (εξαιρώντας τις χήρες). Σε αυτό το πλαίσιο η πιο ορεινή ενορία της Παναγίας εμφανίζει αμπελοκαλλιέργεια σε 17 από τα 21 νοικοκυριά και σε άλλα 13 η ενορία Χριστού.

Σύκα φαίνεται να παρήγαν όλα τα νοικοκυριά των Αγριδίων πλην δύο εξαιρέσεων (μίας χήρας και του Ρομά Μπούλου), ενώ σημαντική ήταν και η καλλιέργεια της μουριάς για τη σηροτροφία (σε 20 από τα 21 νοικοκυριά της Παναγίας και σε 19 νοικοκυριά του Χριστού).

Η εκκένωση ενός χωριού και η γέννηση ενός θρύλου

Με δεδομένη την ύπαρξη της ενορίας του Χριστού στη Λαρδιά και την ύπαρξη της οικογένειας Γιαννίτση στην περιοχή του Γιαννισαίου, ήδη στα 1700, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι η, κατά την προφορική παράδοση, ασθένεια -πιθανότατα χολέρα ή πανώλη(23)– οδήγησε στην εκκένωση της περιοχής κάτω και βορειοανατολικά από την Αγριδιώτισσα, όπου και σήμερα απαντάται το τοπωνύμιο Αγρίδια. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην περιοχή υπάρχουν αναφορές για ανεύρεση στους αγρούς μαχαιροπήρουνων.

Κοντά στο ξωκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, σύμφωνα με μαρτυρίες, ο ιδιοκτήτης του χωραφιού έβρισκε όταν καλλιεργούσε το κτήμα του, ανθρώπινα οστά, γεγονός που ίσως προσδιορίζει τη θέση του νεκροταφείου του οικισμού(23). Η συνήθεια άλλωστε της εποχής ήταν οι ταφές να πραγματοποιούνται στον αυλόγυρο των εκκλησιών (μέχρι την εποχή του Ι. Καποδίστρια που ξεκίνησαν με διάταγμα να δημιουργούνται νεκροταφεία).

Η απουσία σημαντικού ερειπιώνα, αποδίδεται από τους ντόπιους στο εύφορο του εδάφους(23) το οποίο οδήγησε τους κατοίκους στην αξιοποίηση του οικοδομικού υλικού για τη διαμόρφωση των αιμασιών, των κελιών και των αλώνων. Πράγματι μία βόλτα στους αγρούς της Λαρδιάς προς τον Άγιο Νικόλαο μας πείθει για το πόσο μόχθησαν οι άνθρωποι της περιοχής για να διαμορφώσουν μια όλοκληρη περιοχή σε τόπο εξαιρετικά γόνιμο. Επιπρόσθετα το μπάζωμα σημαντικής περιοχής του Αγριδίου κατά τη διάνοιξη του επαρχιακού δρόμου Χώρας Κορθίου στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και οι έκτοτε επισκευές στη θέση Χάλαρα, ενδεχομένως να εξάλειψαν κάποια τμήματα της περιοχής.

Σε κάθε περίπτωση, αν από τα 48 νοικοκυριά της απογραφής του 1670, τα 27 αφορούν την ενορία του Χριστού, συνεπώς τη Λαρδιά, από τα υπόλοιπα 21 δεν αποκλείεται ήδη κάποια να αφορούσαν το Γιαννισαίο που καταγράφεται μόλις 30 χρόνια αργότερα, ενδεχομένως και το Κασταναίο. Αυτό σημαίνει ότι κατά την εκκένωση του ομώνυμου οικισμού στ’Αγρίδια, θα πρέπει να είχαν απομείνει λίγα σπίτια, δομημένα αρκετές δεκαετίες νωρίτερα, ίσως τα τελευταία στη διάρκεια του 17ου αιώνα. Σε αυτό το πλαίσιο και για μια περιοχή που συνέχισε να καλλιεργείται εντατικά, είναι ασύνηθες στην Άνδρο να επιβιώνουν τόσο παλιά κτίσματα.


Η πηγή «Μπουρμάς» στο Γιαννισαίο με εικονογράφιση από την κα Αγγελική Καρπούζη


Συνοψίζοντας, τα Αγρίδια φαίνεται να εμφανίζονται στη σκοτεινή εποχή του μεσαίωνα, πιθανόν στα Βυζαντινά χρόνια. Η περιοχή πρόσφερε επαρκή κάλυψη από τη θάλασσα, κοντινές οχυρώσεις και επαρκή ύδατα για τις καλλιέργειες. Το τοπωνύμιο των Αγριδίων και ίσως ο αρχικός οικισμός φαίνεται να ήταν αρκετά σημαντικός ώστε η ευρύτερη περιοχή να παίρνει το όνομά της από αυτό, όπως φαίνεται από το έγγραφο του 1421 και την απογραφή του 17ου αιώνα. Στη διάρκεια της Λατινοκρατίας, πιθανότατα δημιουργείται η Λαρδιά και οι κάτοικοι της περιοχής μετακινούνται σταδιακά από τα Αγρίδια σε περισσότερο ορατές από την πλευρά της θάλασσας εγκαταστάσεις με πιο άφθονα ύδατα, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα προστασίας (πιθανόν ανέγερση πύργων / μεσαιωνικές καμάρες).

Στην περιοχή των Αγριδίων και στα όμορρα χωριά του Κοχύλου, Ρωγού και Πισκοπειού, συναντάμε στην απογραφή του 1670(11) μέλη των αρχοντικών οικογενειών των Ντελαγραμμάτικα (Κοχύλου), Νταπόντε (Ρωγό), Παρόδου (Πισκοπειό) καθώς και τους Γουλιαρμή (Παναγία Αγριδίων & Ρωγό), Μπασταρδή (Πισκοπειό, Κοχύλου), ενώ σε Καππαριά και Βουνί εντοπίζεται η οικογένεια Μοράκη, που ενδέχεται να σχετίζεται με την οικογένεια Μόρου. Ο πληθυσμός των οικισμών στη νότια πλευρά των Γερακώνων, με βάση την απογραφή του 1670(11), εκτιμάται περί τα 740 άτομα ξεπερνώντας οριακά τον πληθυσμό των χωριών της απέναντι Ράχης, τη στιγμή που ο συνολικός πληθυσμός του νησιού εκτιμάται ότι άγγιζε τις 6 χιλιάδες. Τα περισσότερα χωριά φαίνονται καλά διαμορφωμένα ήδη από αυτή την εποχή (Αγρίδια 48 νοικοκυριά, Πισκοπειό 33, Βουνί 33, Κοχύλου 25, Καππαριά 23, Χώνες 18, Ρωγό 12), γεγονός που συνεπάγεται την ίδρυσή τους σε αρκετά προγενέστερο χρόνου.

Παρά την έλλειψη πεδινών εκτάσεων στην περιοχή των Αγριδίων, η περιοχή ήταν εξαιρετικά διαμορφωμένη με αιμασιές, με πλούσια παραγωγή ελαιολάδου, σημαντική σηροτροφία, παραγωγή κρασιού και σύκων. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η οικογένεια Καϊρη δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αγορά περιβολιών και χωραφιών στην περιοχή στη διάρκεια του 17ου & 18ου αιώνα, όπως φαίνεται στα Καϊρικά έγγραφα.

Με την εμφάνιση της οικογένειας Γιαννίτση, πιθανότατα στη διάρκεια τoυ 17ου αιώνα, συστήνεται ένας πρώτος πυρήνας του Γιαννισαίου στο πάνω χωριό, όπου με την εκδήλωση ασθένειας στον οικισμό των Αγριδίων, θα καταφύγουν οι λοιποί κάτοικοι

Στις μέρες μας, τα Αγρίδια παραμένουν ως τόπος αγρών με συνεχή ανθρώπινη δραστηριότητα για αιώνες. Η αύρα του χαμένου χωριού, του φέουδου, της μεσαιωνικής ιστορίας αντανακλάται στα λιγοστά κτίσματα, αναδύεται στις μυρωδιές και τα χρώματα των λουλουδιών.


Γιώργος Γλυνός – MSc. Economics, University of Essex

Σπύρος Τσαούσης – MSc. Ευρωπαϊκές Σπουδές, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Θανάσης Καρπούζης – Ηλεκτρονικός Μηχανικός Τ.Ε., λαογράφος ερευνητής, μουσικός


Μια προτεινόμενη διαδρομή

Η περιοχή των χωριών του Παλαιοκάστρου, συνοψίζει σε μικρή έκταση, τη μεσαιωνική και νεότερη ιστορία της Άνδρου. Από τα Παλιόκαστρα με τα βυζαντινά ευρήματα, τους χαμένους και σχεδόν αθέατους από τη θάλασσα οικισμούς σε Μάρμαρα και Αγρίδια, τους Πύργους στη Λαρδιά, τους νερόμυλους και ανεμόμυλους της περιοχής, τους αμέτρητους περιστεριώνες, τη θαυμάσια αρχιτεκτονική του 18ου & 19ου αιώνα σε Πισκοπειό και Λαρδιά, αλλά και τις σημαντικές εκκλησίες των αρχών του 20ου αιώνα (Χριστός & Αγριδιώτισσα), ο επισκέπτης είναι βέβαιο ότι έχει πολλά να θαυμάσει.

Η σηματοδότηση μιας κυκλικής πολιτιστικής και ιστορικής διαδρομής εφαπτόμενης στην ήδη σηματοδοτημένη διαδρομή Όρμου Κορθίου – Μέσα Ρωγού – Λαρδιάς – Γιαννισαίου – Βουνίου, με την αξιοποίηση των χρησιμοποιούμενων σήμερα μονοπατιών που συνδέουν τα χωριά: Λαρδιά – Πισκοπειό – Κασταναίο – Γιαννισαίο, θα πρόσφερε στους επσκέπτες μία εντυπωσιακή εμπειρία και θα αναδείκνυε την υπέροχη και ιστορικά σημαντική περιοχή.

Από το γεφύρι στο ρυάκι του Πισκοπειού, δίπλα στον κεντρικό δρόμο, στους ανεμόμυλους στον Προφήτη Ηλία (ενδεχομένως με επέκταση προς τα Παλιόκαστρα), στη συνέχεια στο «γεφύρι της Αγάπης» της Μικράς Αγγλίας και στον εκεί νερόμυλο του Πισκοπειού, διαπερνόντας το πανέμορφο αρχιτεκτονικά οικισμό του Πισκοπειού, και συνεχίζοντας προς Κασταναίο / Γιαννισαίο. Κατηφορίζοντας στη συνέχεια από την ήδη σηματοδοτημένη διαδρομή στη Λαρδιά και διασχίζοντας τον οικισμό με κατεύθυνση προς την Αγία Ματρώνα και παράκαμψη για επίσκεψη στη γειτονιά του Χριστού. Από την Αγία Ματρώνα το μονοπάτι συνεχίζει διασχίζοντας το Πισκοπειό προς το σημείο έναρξης στο ρυάκι είτε κατηφορίζοντας προς Όρμο από την ξυλόσκαλα.


Με γαλάζιο χρώμα η υφιστάμενη σηματοδοτημένη διαδρομή. Με κίτρινο η προτεινόμενη κυκλική διαδρομή Πισκοπειού – Κασταναίου – Λαρδιάς – Πισκοπειού. Με πράσινο εναλλακτικές διαδρομές Πισκοπειού – Γιαννισαίου. Με μωβ το μονοπάτι Πισκοπειού – Όρμου Κορθίου μέσω ξυλόσκαλας. Με πορτοκαλί παράκαμψη προς Παλιόκαστρα.


Υ.Γ.: Ευχαριστούμε την κα Μαρία Χαλά και την Καϊρειο Βιβλιοθήκη για την άμεση ανταπόκρισή τους, τον κο Νίκο Βασιλόπουλο για τις πάντα χρήσιμες αναλύσεις του, καθώς και τους κ.κ. Γιάννη Γαρύφαλλο, Δημήτρη Ανδ. Σκόρδο, Γιώργο Σαλταφέρο, Αγγελική Καρπούζη, Μαρία Πολίτου, Χαρίκλεια Σταθάκη, Νίκο Γλυνό, Θοδωρή Αντωνέλλο, Ειρήνη Δράκου και π. Ιάκωβο Στεφάνου για τις μαρτυρίες τους. Επιπρόσθετα, τον Αλέξανδρο Γαρδέλη για τις φωτογραφίες της Καστανιάς. Τέλος, τους συνοδοιπόρους Παντεζή Τέντε και Μαργαρίτα Σαλτερή.


Σπύρος Τσαούσης και Γιώργος Γλυνός στη Λαρδιά


* Σχετικά με τον «Πύργο της Σούρδενας» οι σημερινοί ιδιοκτήτες ανέφεραν ως έτος κατασκευής το 1814, το οποίο μεταφέρουμε με κάθε επιφύλαξη, σχετικά με το αν υπήρξε προγενέστερος πύργος στη θέση του.

Βιβλιογραφία:

  1. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 6, Παρατηρήσεις εις το τοπωνυμικόν της Άνδρου – Αγρίδια (σελ. 256 – 263)
  2.  Fallingrain.com
  3. Karl Hopf, Urkunden und Zuzatze zur Geschichte del Insel Andros und Ihrer Beherrscher in dem Zeitraume von 1207 bis 1566, Sitzungsberichte der Kaiserlichen Akademie der Wissenschaften. Philopsophisch – historische Classe, 21 (1856), σελ 253.
  4. Δημ. Π. Πασχάλης, Ιστορία της Νήσου Άνδρου – Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2004 (τομ. Β σελ. 64)
  5. Νικ. Βασιλόπουλος, Λατινοκρατία στην Άνδρο – Κάστρα, Πύργοι, Εκκλησίες & Φέουδα, Άνδρος 2015 (σελ. 258 – 273).
  6. Μονή Αγίας φακ. 7, τομ. Η’ αρ. 51- Έτος 1655 – Η Μαρία συζ. Αντώνη Μαγγανιώτη αφιερώνει προς τη Μονή Αγίας με την επιστολή να γράφεται «στ’Αγρίδια στ’Απάνω Κάστρο».
  7. Καϊρειος Βιβλιοθήκη, φακ. 424 αρ. 10 – Έτος 1721 – Η κερά Μαργαριτίνα συζ. κυρ Νικολού Θεόφιλου πωλεί περιβόλι «εις το χωρίο στ’Αγρίδια από κάτω στην Πλύστρα» καθώς και χωράφι «στη Σκοτεινή».
  8. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 47-48 – Έτος 1732 – Ο κυρ Νικολός Φολερός πωλεί κομμάτι αμπέλι «εις χωρίο Αγρίδια»
  9. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 22-23 – Έτος 1698 – Πωλείται «μιαν αιμασιά κι ένα κατάλυμα ευρισκόμενον στ’Αγρίδια στην Πλύστρα».
  10. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 28 – Έτος 1707 – Πωλείται «ένα κομμάτι πράμα ευρισκόμενο εις τόπον λεγόμενον εις τ’Αγρίδια εις την Κλωνάρα».
  11. Ηλίας Κολοβός, Όπου ήν κήπος – Η μεσογειακή νησιωτική οικονομία της Άνδρου σύμφωνα με το οθωμανικό κτηματολόγιο του 1670 – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Καϊρειος Βιβλιοθήκη 2017 (Αγρίδια: σελ. 134 – 139 & 237 – 238)
  12. Pitton De Tournefort, Relation d’un voyage du Levant fait par ordre du Roy (Παρίσι, 1717) τόμ Α΄ σελ. 349
  13. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 8 – Έτος 1666 – Πωλείται «ένα κομμάτι περιβόλι ευρισκόμενον εις το χωρίο του Λαρδιά εις τον Άγιον Βασίλειον».
  14. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 1, 1977, σελ. 45 – Έτος 1673 – «ο Γιαννάκης Καϊρης αγοράζει αγρόν παρά του Αντώνη Βαστάζη κείμενον εις το χωρίον Λαρδιά»
  15. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 18-19 – Έτος 1696 – Εκδίδεται πωλητήριο «εις τ’Απάνω Κάστρο σε χωρίο στου Λαρδιά». Πωλείται από το Μάρκο του Γιάκουμου Χαρκογιάννη «περιβόλι ευρισκόμενο εις τ’Αγρίδια».
  16. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 34 – 35 – Έτος 1711 – Ο κυρ Νικολός Ταλτούγιας πωλεί «ένα κομμάτι περιβόλι ευρισκόμενο εις το Άνω Κάστρο εις του Λαρδιά»
  17. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 37 – 38 – Έτος 1717 – «Δίνει ο κυρ Νικολός Ιερομάρκος του κυρ Δημήτρη Καϊρη το πράγμα όπου έχει στου Λαρδιά αγορά από τα παιδιά του παπά Παζιούρα».
  18. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 1, 1977, σελ. 44
  19. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 36-37 – Έτος 1716 – Πωλείται χωράφι «εις το Ρωγό στα Σουκαλαριά»
  20. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 11-12 – Έτος 1671 – Πωλείται «περιβόλι ευρισκόμενον εις το Ρωγό»
  21. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 35-36 – Έτος 1711 – Αναφέρεται «κομμάτι πράμα εις τ’Αγρίδια»
  22. Ρ. Τζιφοπούλου Κωνσταντινίδη – Χωριά Κορθίου – Το σύμπαν της ομορφιάς και της σιωπής, Εύανδρος Τέταρτο Τεύχος (μαρτυρία Γ. Σαλταφέρου)
  23. Αγγελική Καρπούζη, Ιερός Ναός Εισοδίων της Θεοτόκου Γιαννισαίου «Αγριδιώτισσα»

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=536467056534750&id=536257319889057

  1. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 5, Οι Ενοριακοί ναοί της Άνδρου κατά το έτος 1834, 1990 σ. 214
  2. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 26 – Έτος 1705 – Δανειοδότηση του Νικολού Γιαννούλη Ζόρτη
  3. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 6, Περί τα φορολογικά της Άνδρου κατά το έτος 1721
  4. Νικ. Βασιλόπουλος, Μπενετιάνο, 2019 https://androshistoria.blogspot.com/2019/09/?_sm_au_=itH07RRJfsrPSWgFML8tvK34L00HF
  5. Κήρυξη μονών, ναών και κτισμάτων της νήσου Άνδρου ως ιστορικών διατηρητέων μνημείων. ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ27/53723/1012 π.ε./27-12-1991 – ΦΕΚ 65/Β/5-2-1992

http://listedmonuments.culture.gr/fek.php?ID_FEKYA=36


 

Διαδώστε!

Αφήστε το Σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com
error: Content is protected !!