Πέμπτη, 2 Ιουλίου, 2020

Οι καθηγητές των Γυμνασίων – Λυκείων Άνδρου για τις πρόσφατες εξελίξεις στην εκπαίδευση

Πριν δύο περίπου μήνες όλοι γνωρίσαμε κάτι πρωτόγνωρο και οδυνηρό. Ό,τι θεωρούσαμε δεδομένο στην καθημερινότητα, στην εργασία μας, παραμερίστηκε βίαια από την ανάγκη να προστατέψουμε και να προστατευτούμε από την εισβολή της Covid – 19. Μαζί με την απειλή της νόσου εισέβαλε, όπως ήταν φυσικό,  και η ανησυχία για τις οικονομικές και  κοινωνικές της επιπτώσεις.  Κι ενώ δοκιμάζονταν οι ψυχικές μας αντοχές, δοκιμάστηκε  ταυτόχρονα και το ήθος της πολιτείας, η οποία έδειξε πόσο λίγο υπολογίζει στην πράξη αυτούς που είναι υποχρεωμένη να υπηρετεί. Δηλαδή όλους μας.

Όπως και το υγειονομικό προσωπικό, τηρουμένων των αναλογιών, κλήθηκε να αντιμετωπίσει, ειδικά στην αρχή της εξάπλωσης των κρουσμάτων στη χώρα μας, χωρίς επαρκή μέσα και υλικά την έκτακτη ανάγκη που προέκυψε, έτσι και η σχολική κοινότητα (γονείς, μαθητές, εκπαιδευτικοί)  κληθήκαμε να ανταποκριθούμε σε μια έκτακτη συνθήκη – κλείσιμο των σχολείων- χωρίς επαρκή στήριξη από το κράτος. ‘Έτσι λοιπόν, μέσα σε λίγες μέρες και με ύφος θριαμβευτή η υπουργός μας ανακοίνωνε την έναρξη της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Πώς όμως; Χωρίς να διαθέσει χρόνο για την διοικητική οργάνωση του εγχειρήματος (υποχρεώνοντας στην ουσία τους διευθυντές να προσέρχονται καθημερινά για  ώρες στα σχολεία που υποτίθεται έκλεισαν, ώστε να εγγράψουν τους μαθητές στο ΠΣΔ), χωρίς να διαθέσει χρόνο για επιμόρφωση των εκπαιδευτικών,  χωρίς να έχει εξασφαλίσει  υλικοτεχνικούς πόρους και επάρκεια δικτύου, ώστε να μπορούν να συμμετάσχουν ισότιμα όλοι, χωρίς να έχει εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις ώστε να είναι σίγουροι, όσοι θέλησαν να εμπλακούν σε αυτή τη διαδικασία, ότι τα προσωπικά τους δεδομένα διασφαλίζονταν, χωρίς να έχει προσμετρήσει τις πιθανές συνέπειες της υπερέκθεσης των ανήλικων στην κάθε είδους οθόνη. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε ένα χαοτικό πλαίσιο, οι εκπαιδευτικοί μπορέσαμε, ο καθένας με τον ρυθμό του, τον τρόπο του και το μέτρο που του υπαγόρευε το παιδαγωγικό του κριτήριο,  να κρατήσουμε επαφή με τους μαθητές μας, έχοντας αγωνία όχι μόνο για την διεκπεραίωση της ύλης, αλλά και για την σωματική και ψυχική τους υγεία.

Η υπουργός μας βέβαια μας ευχαρίστησε, αφού μπόρεσε, με τα ξενύχτια και τις αγωνίες μας, με τα σπασμένα νεύρα μας πάνω από πλατφόρμες που μας πετούσαν έξω, με το αργό μας σε πολλές περιπτώσεις  δίκτυο, μέσα στα σπίτια που μαζί με εμάς προσπαθούσαν να συνδεθούν και να εργαστούν και άλλα μέλη των οικογενειών μας,  να παρουσιάσει μια «προχωρημένη» εικόνα  για το δημόσιο σχολείο. Σύντομα όμως, δυστυχώς, έδειξε ποιες είναι οι προθέσεις της για αυτό το δημόσιο σχολείο, για όλους μας.

Κατ’ αρχάς η πολιτική ηγεσία του Υπ. παιδείας, εντελώς αντιδημοκρατικά, χωρίς να σεβαστεί τους θεσμοθετημένους, από  δεκαετίες, κανόνες του διαλόγου με τους εκπροσώπους μας ( εκπαιδευτικά σωματεία και ομοσπονδίες)  έθεσε εν μέσω πανδημίας και με δεδομένη την ομηρεία μας (περιορισμοί στην μετακίνηση και τις συναθροίσεις), σε ηλεκτρονική μόνο διαβούλευση, και φέρνει για ψήφιση στη Βουλή ένα επιθετικά αντιλαϊκό νομοσχέδιο για την δημόσια παιδεία. Με ιδεολογικό πρόσχημα μια κακέκτυπη «αριστεία», αλλά στην πραγματικότητα με μια διάθεση συμμόρφωσης στα οικονομικά επιτελεία που απαιτούν φθηνότερο, και οπωσδήποτε όχι καλύτερο δημόσιο σχολείο, σχεδιάζει να κάνει τη σχολική φοίτηση απαγορευτική για εκατοντάδες μαθητές, κυρίως από οικογένειες που σηκώνουν το βάρος της ολοένα και μεγαλύτερης οικονομικής ύφεσης, αλλά και να την επιδεινώσει για όλους τους υπόλοιπους.  

Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων:

α) Μετατρέπει τη σχολική φοίτηση σε ένα εξεταστικό μαραθώνιο: Στο Λύκειο επανέρχονται οι μίνι πανελλαδικές για την προαγωγή από τη μια τάξη στην άλλη μέσω της Τράπεζας Θεμάτων και αυξάνονται τα εξεταζόμενα μαθήματα τόσο στο γυμνάσιο, όσο και στο λύκειο. Αν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι η φετινή σχολική χρονιά δεν τερματίζεται ομαλά, και ότι από  υγειονομική άποψη τίποτα δεν είναι σίγουρο και για την επόμενη, αυτή η αυστηροποίηση των κριτηρίων της φοίτησης τη δεδομένη στιγμή είναι παράλογη και απάνθρωπη.

β) Το ίδιο παράλογα ( αν υποθέσουμε ότι στην παιδεία μας ενδιαφέρει πρώτα ο μαθητής), αυξάνει τον αριθμό μαθητών ανά τμήμα στα δημοτικά σχολεία και στα νηπιαγωγεία, αντί να τον μειώσει, λόγω και των ιδιαίτερων υγειονομικών συνθηκών. Αυτό βέβαια θα φέρει πολύ χειρότερες συνθήκες μάθησης, που αλυσιδωτά θα επηρεάσουν όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, σε συνδυασμό με τα προβλήματα που ήδη γνωρίζουμε ότι υπάρχουν, εξαιτίας της υποχρηματοδότησης : καθυστερήσεις στους διορισμούς,  κτιριακά προβλήματα, ελλείψεις στα σχολικά εργαστήρια, στα αναλώσιμα, στα μέσα θέρμανσης/ κλιματισμού κ. α.

γ) Στο ίδιο μήκος κύματος εντάσσονται και άλλες διατάξεις που πρόκειται να πλήξουν  τις οικονομικά ασθενέστερες οικογένειες, όπως η προσθήκη βαθμολογικού κριτηρίου στις μετεγγραφές των φοιτητών, ενώ υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι δεν είναι στις προθέσεις του υπουργείου να φροντίσει για την έγκαιρη κάλυψη των κενών που προκύπτουν κάθε χρόνο τόσο στη γενική εκπαίδευση όσο και στην ειδική αγωγή ( παράλληλη στήριξη, τμ. ένταξης κλτ).

Και ενώ ως εκπαιδευτικοί, και γονείς πολλοί από εμάς συγχρόνως, προσπαθούσαμε να συνέλθουμε από το σοκ της κατάθεσης ενός τέτοιου νομοσχεδίου ερήμην μας , το υπουργείο προχώρησε στην πιο διαφιλονικούμενη ως τώρα ρύθμιση, την διάταξη που «επέτρεπε»,  πάλι σε ένα πλαίσιο ασάφειας, αντιφάσεων αλλά και μεγάλων νομικών και ηθικών κενών, την αναμετάδοση του μαθήματος που γίνεται μέσα στις αίθουσες, των σχολείων που άνοιξαν επειδή υποτίθεται οι μαθητές δεν είναι ιδιαίτερα ευπρόσβλητοι, ούτε μεταδοτικοί της νόσου, αλλά, παρ΄ όλα, αυτά με μια υπεύθυνη δήλωση  μπορούσαν να μείνουν στο σπίτι.

Πέρα από το ότι η κοινή λογική δεν είναι πλέον αρκετή για να κατανοήσουμε αν όντως ήταν ή δεν ήταν ασφαλής η επαναλειτουργία των σχολείων , η διάταξη αυτή είναι ούτως ή άλλως κατάπτυστη και απορριπτέα . Η φυσικότητα της αλληλεπίδρασης μέσα στην τάξη, ο αυθορμητισμός, το απρόβλεπτο, το δικαίωμα στο λάθος, όλα αυτά που καθημερινά μέσα στον φυσικό μας χώρο εργασίας κάνουν ανθρώπινη την σχέση μας με τα παιδιά και βρίσκονται στη βάση της παιδαγωγικής μας αποστολής, επρόκειτο να διαταραχθούν ανεπανόρθωτα από οποιαδήποτε μορφή αναμετάδοσης.  Δε θελήσαμε, λοιπόν,  να επιτρέψουμε να εκτεθούν τα προσωπικά δεδομένα μαθητών και καθηγητών, ούτε να αλλοιωθεί τόσο βάναυσα το παιδαγωγικό κλίμα της τάξης και η διαδικασία του μαθήματος. Για κανένα υποτιθέμενο αντιστάθμισμα λίγων ημερών  δε θα μετατρέπαμε τη δουλειά μας είτε σε έναν άτεχνο μονόλογο είτε σε σόου.  Και πολύ περισσότερο, καμιά στρατηγική συκοφάντησης από τα ΜΜΕ, που είναι εδώ και καιρό σε διατεταγμένη υπηρεσία στοχοποίησής μας, δε θα μας απομακρύνει  έτσι κ αλλιώς από τον στόχο μας,  να διεκδικούμε το δημόσιο σχολείο που αξίζει σε εμάς και τα παιδιά μας. Ανθρώπινο σε χώρους, σε ρυθμούς και διαδικασίες, που  ενώ θα αγκαλιάζει τις διαφορές  θα μειώνει τις ανισότητες και  θα  δίνει πολλαπλές ευκαιρίες  και πραγματικά κίνητρα για μάθηση και αυτοπραγμάτωση.

Για όλους τους παραπάνω λόγους :

  • Καταδικάζουμε τις μεθοδεύσεις του ΥΠΑΙΘ, που χρησιμοποίησε κυνικά τις συνθήκες της πανδημίας για να περάσει την αντιεκπαιδευτική του πολιτική.
  • Καταγγέλλουμε τον ρόλο των – καθόλου τυχαία – αδρά επιδοτημένων κυρίαρχων ΜΜΕ,  που εκμεταλλεύονται  την οικονομική ανασφάλεια των συμπολιτών μας για να δημιουργήσουν κλίμα κοινωνικού αυτοματισμού εις βάρος μας και αποπροσανατολίζουν την κοινή γνώμη από τις πραγματικές ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης.
  • Απαιτούμε να αποσυρθεί το νομοσχέδιο για την Παιδεία και να διεξαχθεί πραγματικός και ειλικρινής διάλογος για την χάραξη μιας μακρόπνοης εκπαιδευτικής πολιτικής. Ήδη τα άμεσα αντανακλαστικά του εκπαιδευτικού κινήματος  υποχρέωσαν την υπουργό να αποσύρει το απαράδεκτο άρθρο για το ηλικιακό όριο εγγραφών στα ΕΠΑΛ, αλλά δεν αρκεί.
  • Απαιτούμε τη μονιμοποίηση των χιλιάδων αναπληρωτών που εργάζονται σήμερα σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, για να καλυφθούν τα 42.000 κενά σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, σε γενική και ειδική αγωγή.
  • Απαιτούμε να στηριχθεί η ομαλή λειτουργία των σχολείων μας, από την επόμενη σχολική χρονιά, με έγκαιρους διορισμούς αναπληρωτών και ειδικού προσωπικού σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης και με πλήρη κάλυψη των υλικοτεχνικών αναγκών των σχολείων μας.
  • Αντίστοιχα απαιτούμε να ενισχυθούν όλες οι δομές υγείας, ειδικά οι πρωτοβάθμιες, ώστε να διανύσουμε με την μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια τους επόμενους μήνες στο νησί μας.
  • Αρνούμαστε την – με οποιοδήποτε μέσο και συσκευή – αναμετάδοση του μαθήματος από την τάξη. Θα υπερασπιστούμε με κάθε τρόπο τους μαθητές μας και τώρα, και στο μέλλον αν χρειαστεί, από τις παλινωδίες του υπουργείου, χωρίς καμία έκπτωση  στις παιδαγωγικές μας αξίες.

Οι εκπαιδευτικοί των Γυμνασίων και Λυκείων Άνδρου

Διαδώστε!

Αφήστε το Σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!